Πατήστε "Enter" για μετάβαση στο περιεχόμενο

Συμμετοχή μαθήτριας στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Έκφρασης

Στο πλαίσιο της συμπλήρωσης των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση, η Αργυρώ Παπαδάκη, μαθήτριας της Γ’ τάξης του Γυμνασίου Αγίας Βαρβάρας κατά το σχολικό έτος 2020-2021, συμμετείχε στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Έκφρασης και Δημιουργίας του Προκόπειου Πολυδύναμου Εκκλησιαστικού Κέντρου Ιεράς Μητρὀπολης Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς με θέμα: ” 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – Τιμώντας τους Ήρωες του 1821 ”, η οποία απέσπασε ειδικό έπαινο στην κατηγορία την οποία συμμετείχε: «Διαγωνισμός Ποίησης και Λογοτεχνίας για μαθητές Γυμνασίου – Λυκείου», με το διήγημα: ”Ελλάδα, η αγαπημένη μου”. Ακολουθεί το διήγημα.


Ελλάδα, η αγαπημένη μου

Παντού κόκκινο· σάρκες κι αποκαΐδια ανθρώπων που πίστεψαν ότι η ζωή τους ανήκει· κλάματα, θρήνοι, απεγνωσμένες φωνές που ζητάνε διψασμένες λίγη ζωή ακόμα μα κανείς δεν είναι εκεί να τις ακούσει. Νιώθω μουδιασμένος… άραγε να φταίει η σφαίρα που μόλις βίαια πέρασε την καρδιά μου, η κούραση από την μάχη ή η λύτρωση; Δεν με νοιάζει. Κοιτάζω ψηλά τη λεύτερη Ελλάδα. Ποτέ δεν τη γνώρισα. Από τα γεννοφάσκια μου πατώ σε ξένο χώμα. Πάνω από το κεφάλι μου είχα πάντα Τουρκαλάδες να με διαφεντεύουν. Από μικρός, όταν μου έλεγαν για την Ελλάδα, αδυνατούσα να καταλάβω ποια κακιά μάγισσα έκανε το πεπρωμένο της τόσο μαύρο. Αργότερα όμως το μυαλό μου έδωσε μια νέα ερμηνεία σ’ εκείνα που δε μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Πίστεψα πως, όμορφη και λυγερή καθώς ήταν, τη φθονούσαν και πως εκείνη, επειδή ήταν ευαίσθητη και εύθραυστη,  δεν άντεξε. Έφυγε λοιπόν από τη γη, πήγε στον ουρανό και του έδωσε το χρώμα της σημαίας της· αυτό το γαλάζιο που ρέει στις φλέβες όλων των Ελλήνων. Μ’ άρεσε το παραμύθι μου· μου ‘δινε λες κουράγιο και μ’ έκανε ατρόμητο. Δεν μ’ ένοιαζε ο θάνατος ούτε τον φοβόμουν· ίσα ίσα τον ήθελα γιατί αυτός θα ήταν το εισιτήριο μου για να γνωρίσω τη λεύτερη Ελλάδα. Ούτε τώρα δειλιάζω· το σώμα μου παντού μαχαιριές μα κοιτάζω ψηλά την Ελλάδα μας κι αυτό μου δίνει κουράγιο. Ξαφνικά τα μάτια μου θαμπώνουν. Πέφτω στο χώμα. Μυρίζει αίμα και ψυχές που χάνονται. Προσπαθώ να σηκωθώ μα δεν μπορώ· κατρακυλάω στο χώμα. Το δέρμα μου μυρίζει πεύκο. Κλείνω τα  μάτια κι αναπολώ.

Από μικρός, ο πρώτος ήχος που άκουσα ήταν από σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα· κραυγές από λαβωμένες ψυχές. H πρώτη μου λέξη δεν ήταν ούτε μάνα ούτε πατέρας αλλά λευτεριά· αυτή ήταν η μάνα μου· αυτήν προσκυνούσα. Οι μέρες περνούσαν αργά. Το μυαλό μου πολλά δεν καταλάβαινε. Θυμούμαι να ρωτώ, να ρωτώ, μα απαντήσεις δεν έπαιρνα. Μάνες κλαίγανε, πατεράδες δίνανε τα παιδιά τους. Μα γιατί κλαίγανε; Δεν καταλάβαινα.  Aφού εκείνοι που τους παίρνανε τους πήγαιναν στο παλάτι· γιατί οι μάνες κλαίγανε; Ρώτησα μια μέρα τι έχουν αυτοί οι άνθρωποι και δεν τους συμπαθούμε και μου παν ότι είναι Τουρκαλάδες. Πάλι όμως δεν κατάλαβα. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί; Mήπως ήταν άλλο είδος; Τα βράδια με σταύρωνε η μάνα μου και ξόρκιζε το κακό να μην βρει το σπίτι μας. Μα, όταν κοιμούμουν, παρακαλούσα τον Θεό να μην την ακούσει. Ήθελα να πάω εκεί που έχουν τα λουκούμια.  Μια μέρα – τη θυμούμαι καλά εκείνη τη μέρα σα να χαράχτηκε λες στο μυαλό μου – με ξύπνησε η μάνα μου.  Ταραγμένη την είδα. Παραξενεύτηκα. Με σήκωσε και μου ‘πε: «μια ρίζα έχει φυτρώσει στην καρδιά σου· τη λένε Ελλάδα κι αυτή πρέπει να ανθίσει γιατί μόνο έτσι θα δημιουργηθεί ο κήπος της καρδιάς σου. Μην αφήσεις κανέναν να σου την ξεριζώσει. Να τη φροντίζεις. Να της βάζεις χώμα για ν’ ανθίζει κι αυτή με την σειρά της θα διώχνει κάθε κακό. Μόνο έτσι θα γίνεις άνθρωπος. Αχ  αγόρι μου, ελπίζω οι ρίζες που σου δώσαμε να ‘ναι γερές γιατί σε παίρνουνε καμάρι μου κι είσαι μικρό ακόμη. Μην ξεχνάς όμως πως πρέπει να γίνεις άνθρωπος δηλαδή Έλληνας.»  Δεν απάντησα. Το μυαλό μου ήταν ένα κουβάρι άλυτο κι εγώ δεν ήμουν έτοιμος να το λύσω. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο πατέρας μου με έσυρε μέχρι την πλατεία. Πολλά παιδιά ήταν εκεί. Καιρό είχα να τα δω. Θάρρεψα. Ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη μου μα το πήρε βίαια η φωνή του πατέρα μου: «γιε μου μη μ’ απογοητεύσεις, μην εμπιστευτείς κανέναν από δαύτους. Μόνο έτσι θα γίνεις άνθρωπος.» Σάστισα. Πρώτη φορά με είπε: «γιε μου». Διέκρινα τη συγκίνηση στη φωνή του. Κάτι συνέβαινε μα δεν καταλάβαινα· δεν μπορούσα· δεν ήθελα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν που έβλεπα τους φίλους μου· όμως αυτοί δεν ήταν χαρούμενοι. Κανείς δεν ήταν χαρούμενος. Μα γιατί; Μπας και δεν τους άρεσαν τα λουκούμια; Μα καθόλου δε μ’ ένοιαζε. Αν δεν τα ‘θελαν θα τα ‘τρωγα εγώ. Ήρθαν. Τους είδα ν’ αρπάζουν παιδιά. Γονείς κλαίγανε και θρηνούσαν. Ο πατέρας μου δε με τράβηξε. Με ‘δωσε. Δε θρήνησε. Σώπασε. Δεν ήθελε να δούνε οι Τουρκαλάδες την αξιοπρέπεια του να πέφτει. Μας πήρανε. Εκκλησία δεν ξανάδα· μήτε ξανάκουσα καμπάνα. Τη φωνή της μάνας μου την ξέχασα· μόνο την τελευταία της λέξη δεν ξέχασα: «να σε άνθρωπος που πάει να πει Έλληνας.» Δεν ήξερα όμως με ποιο τρόπο θα γινόμουν άνθρωπος· πάντως ήμουν σίγουρος πως δεν έπρεπε να ακούω τους  Τουρκαλάδες. Μας λέγανε για το Ισλάμ, ότι εδώ γεννηθήκαμε, μας γύμναζαν μέχρι να λιποθυμήσουμε, μας χτυπούσαν. Μα τι νόμιζαν; Ότι ξεχάσαμε το χώμα που γεννηθήκαμε; Τι νόμιζαν πως ήταν η Ελλάδα; Σκόνη που τη φυσούσες κι έφευγε; Όχι, όχι· εδώ ήταν, δίπλα μου· για την ακρίβεια πάνω μου· εκεί ψηλά· ο ουρανός ήταν η Ελλάδα μου· ποτέ δε μου την πήραν.  Τους άφηνα να πιστεύουν ότι μας κέρδιζαν· ότι έθαβαν το φως της Ελλάδας μας· μα κάτι τέτοιο δε συνέβαινε. Περνούσαν οι μέρες με το να μας πηγαίνουν κάθε μέρα σε τζαμιά να προσκυνάμε τους θεούς τους, με το να πολεμάμε μεταξύ μας και με γαλούχηση που σκοπό είχε να γίνουμε σκυλιά για να σκοτώνουμε τους δικούς μας. Πάντα μπέρδευα την έννοια του ανθρώπου. Οι γονείς μου μου είχαν πει ότι είμαστε άνθρωποι, αλλά εγώ, ζώντας ανάμεσα στους Τουρκάλαδες, αισθανόμουν πως δε μπορεί να είναι αυτός ο σκοπός του ανθρώπου -το να σκοτώνει δηλαδή-, πως δε μπορεί ο άνθρωπος να έχει τόσο μικρή αξία.

Αυτά σκεφτόμουν κάθε που μας έλεγαν τα δικά τους οι Τουρκαλάδες κι έσπαγα το κεφάλι μου να βρω μια λύση στα ερωτήματα μου. Μα μια μέρα· ω εκείνη η μέρα· ήθελα πολύ να δω την Ελλάδα μου· την είχα λησμονήσει· κοίταξα ψηλά να τη βρω μα δεν τη βρήκα· τη φώναξα μα δεν μου απάντησε… τη θέση της είχαν πάρει κάτι σύννεφα· κάτι μαύρα σύννεφα που δε μ’ άφηναν να  δω την αγαπημένη μου. Θύμωσα… Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό; Δεν την ήθελα άλλο. Και τότε ήταν που άρχισα να ακούω αυτά που μου λέγανε οι άλλοι· τους άφηνα λοιπόν να πλάθουν το μυαλό μου όπως εκείνοι ήθελαν. Δεν άντεχα άλλο, είχα κουραστεί. Τα λόγια της μάνας μου δεν ηχούσαν πια στα αυτιά μου, είχαν ξεθωριάσει… Μέχρι που η αγαπημένη μου θέλησε να με ψάξει και με βρήκε μα εγώ δεν το κατάλαβα. Μας πήγαν σε ένα μέρος· Ελλάδα μας το παν· να τους σκοτώσουμε όλους μας είπαν, να μην αφήσουμε κανένα ζωντανό. Δεν θυμόμουν τι πάει να πει Ελλάδα·  κάπου το είχα ακούσει μα όλα τα νικούσαν οι φωνές και οι κραυγές των χοτζάδων που μας έλεγαν να μη λυπούμαστε. Ώσπου εκεί, σ’ ένα βουνό, έτοιμοι να ορμήσουμε σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους κι έχοντας πάρει τα σχοινιά του Θεού, που ορίζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, την είδα· εκεί πίσω από μαντήλες και σκελετωμένα σώματα· την είδα. Στην αρχή το πλάσιμο που είχαν κάνει στο μυαλό μου για ‘κείνη νικούσε. Μα κοίταξα ενστικτωδώς ψηλά και δεν υπήρχαν σύννεφα πια. Η αγαπημένη μου ήταν εκεί.  Θυμήθηκα τότε την φωνή της μάνας· τα λόγια μου στην αδερφή μου «θα σε προσέχω»· όλα τα θυμήθηκα τότε. Δεν άντεξα. Το κεφάλι μου δεν χωρούσε πια στο σώμα μου· η ψυχή μου δεν είχε πια θέση την καρδιά μου. Χάνονταν όλα, μαζί τους κι εγώ. Λύγισα. Έριξα το όπλο κάτω. Φωνές από Τουρκαλάδες· όχι Έλληνες πια. Αυτοί δεν μπορούσαν να δουν την αγαπημένη μου, δεν άξιζαν την Ελλάδα μου. Μου φώναζαν «άντε σκότωσέ την. Πάμε παρακάτω». Όχι, όχι, ήμουν στο έδαφος· δεν ήθελα ν’ ακούσω.  Ζητούσα από την αδελφή μου να με συγχωρέσει «αδερφή μου συγχώρα με· με πήρανε, με σκότωσαν, με αλλοίωσαν, με έκαναν σαν τα χνώτα τους. Μετά όμως με σκότωσα αδερφή μου. Έψαξα τον Έλληνα μέσα μου και τον βρήκα. Αυτόν τον Έλληνα σου δίνω τώρα αδερφή μου. Τώρα είμαι εδώ…»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη λέξη μου· την πήρε ο άνεμος και την πήγε ψηλά. Μάλλον της άρεσε κι εκείνης η αγαπημένη μου. Μια σφαίρα είχε περάσει από μέσα της. Κάποιος από το είδος, όχι των ανθρώπων, μήτε των Τουρκαλάδων, μα των ζώων, -ναι των ζώων-, είχε σηκώσει το χέρι του και την έστειλε ψηλά στην Ελλάδα. Γέλασα… Εκείνος νόμιζε πως την σκότωσε μα εγώ την είδα να ανεβαίνει και  περίμενα να έρθει και η δική μου ώρα. Γύρισα να δω το πράσινο πεύκο που μου είχε λείψει μα έμεινα εκεί· να κοιτάζω την άβυσσο… Ένα τσούξιμο στην καρδιά… Αίμα άρχισε να τρέχει… Κατάλαβα πως ζύγωνε η ώρα να την συναντήσω. Έπεσα κάτω· μύρισα το χώμα. Για μένα δεν ήταν πια σκλαβωμένο· ήταν λεύτερο· «μωρέ δεν μυρίζετε την λευτεριά; έρχεται μωρέ· κρατάτε! λίγη ελπίδα και κουράγιο θέλει ακόμα· κρατάτε μωρέ!»  Έκλεισα τα μάτια μου. Το φως της αγαπημένης μου με θάμπωνε· «έρχομαι γλυκιά μου· λίγο ακόμα». Κάποιος ζύγωνε. Φοβήθηκα… Δεν ήθελα να μ’ αγγίξει κάποιος. Όχι τώρα. Με όλες τις δυνάμεις μου προσπάθησα να πάω πίσω μα αυτός ήρθε· με σήκωσε. Κοίταξα ψηλά τον ουρανό· «έχε υπομονή λευτεριά μου· μάλλον έμεινε κάτι ακόμα να κάνω εδώ κάτω· περίμενε λευτεριά μου λίγο ακόμα· άνθρωπος με ζυγώνει· κάτι θα θέλει». Να ΄ταν άνθρωπος; Να ΄ταν Τουρκαλας; Να ΄ταν το τρίτο ον που δεν ονόμασα; Δεν με νοιάζει όποιος και να ΄ταν!

Με σηκώνει και περπατάμε. «Συγχώρα μας» μου λέει. Πάω να γελάσω. Τι να πρωτοσυγχωρέσεις; Όμως δεν μπορώ· τα λόγια του πατέρα μου αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου: «Να φέρεσαι σαν Έλληνας. Ακούς ωρέ;». Τον πιάνω από το μπράτσο και του λέω: «Το μεγαλείο της Ελλάδας είναι μεγάλο για να κρατάει μίση. Δεν είναι αυτή που θα σε κρίνει αλλά ο ίδιος σου ο εαυτός και το μέλλον που θα έχει η σημαία που προσκυνάς». Του δείχνω την Ελλάδα μου και τον καλώ να πάμε να τη βρούμε· να κυνηγήσουμε την αγαπημένη μου· να κυνηγήσουμε τη λευτεριά· κι αυτός γελά· «Δεν είμαστε όλοι μωρέ από τη δική σου πάστα. Εσείς είστε για τα μεγάλα, τα ουσιαστικά. Εμείς δε μπορούμε να φτάσουμε τόσο ψηλά. Όμως δεν πειράζει. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο· δεν έχουμε την ίδια αξία». Αυτά τα τελευταία του λόγια αποτυπώθηκαν στην ψυχή μου τα τελευταία λεπτά της ζωής μου. Του ‘πιασα το χέρι και του ‘πα: «Η ζωή μπορεί να μη μας ήθελε μαζί· ας μας βρει τουλάχιστον μαζί ο θάνατος». Ένα φουστάνι έπεσε στην γη· το πιάσαμε από την άκρη κι αυτό μας πήγε στη λευτεριά. Εκεί δεν υπήρχαν ονόματα, δεν υπήρχαν σημαίες παρά μόνο άνθρωποι που μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα. Μου φάνηκε πως την ήξερα εκείνη τη γλώσσα· «μωρέ όλοι  Έλληνες είναι εδώ;» φώναξα και κοίταξα δίπλα μου μα ο άλλος δεν ήταν εκεί· ένα άλλο φουστάνι τον κατέβασε στη γη κι αυτός μου φώναζε «σου ‘πα δεν είμαστε όλοι το ίδιο» κι έριξα το βλέμμα μου στο πλήθος των Τουρκαλάδων που φώναζαν «ζήτω» και δεν καταλάβαινα· χαιρόταν για τις άχρηστες σάρκες; δεν έβλεπαν πως όλες οι ψυχές ζούσαν και πήγαιναν στη λεύτερη Ελλάδα; Πώς και δεν αντίκριζαν όλο αυτό το γαλάζιο που ξεχυνόταν από πάνω τους; Mε κατέκλυσε ειρωνεία και λύπη συνάμα. Κατάλαβα γιατί χαίρονταν. Νόμιζαν πως αφάνιζαν την Ελλάδα σκοτώνοντας τους Έλληνες. Γέλασα. Δεν είχαν καταλάβει ότι η Ελλάδα είναι κάτι ανώτερο από απλά ανθρώπινα όντα· είναι κάτι πιο βαθύ, πιο πνευματικό. Δεν είχαν καταλάβει ότι κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να την στερήσει σε κανέναν που θέλει να την κάνει αγαπημένη του, αφού, όσο υπάρχει ουρανός, όπου κι αν βρισκόμαστε, όπου κι αν πάμε, εκείνη θα είναι πάντα εκεί ψηλά να μας προστατεύει σαν ασπίδα. Κι αν τύχει να τη λησμονήσουμε ή να την ξεχάσουμε, αρκεί να σηκώσουμε το κεφάλι μας ψηλά και να δούμε από τον ουρανό το μεγαλείο της.

Έρχομαι Λεύτερη Ελλάδα μου,

να σε αγγίξω,

να σε μυρίσω,

να σε αισθανθώ,

να φτάσω στο μεδούλι σου.

Φτάνω αγαπημένη μου. Γύρω μου μόνο γαλάζιο κι εσύ εκεί να με κοιτάς.

Όμορφη είσαι τελικά· σαν τους θεούς του Ολύμπου μα και σαν τον Παρθενώνα και την Κνωσό.

Σε γνώρισα Ελλάδα μου και δε μπορείς να συγκριθείς με τίποτε άλλο. Δίπλα σου θα γίνω άνθρωπος. Θα με βοηθήσεις λευτεριά μου έτσι δεν είναι;

 

Γράψτε πρώτος ένα σχόλιο

    Αφήστε μια απάντηση

    Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.